Σαράντα χρόνια μετά την πυρηνική καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, ο συγγραφέας Αχιλλέας Χεκίμογλου μιλά στην εκπομπή Direct του protothema.gr και τον Γιώργο Ευγενίδη για τις επιπτώσεις στην Ελλάδα, την πολιτική διάσταση της κρίσης και τον φόβο που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά.
Ο Αχιλλέας Χεκίμογλου στο Direct
Η πυρηνική τραγωδία στο Τσέρνομπιλ το 1986 επηρέασε την Ελλάδα όχι τόσο σε υγειονομικό επίπεδο όσο σε πολιτικό και κοινωνικό, όπως επισημαίνει ο κ. Χεκίμογλου. «Αν ανατρέξει κανείς σε εκείνες τις ημέρες, θα δει μια άλλη Ελλάδα. Η βασική επιρροή ήταν ο φόβος, γιατί επρόκειτο για κάτι πρωτόγνωρο», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Το ατύχημα σημειώθηκε Κυριακή των Βαΐων, με τις σοβιετικές αρχές να επιχειρούν αρχικά να το κρατήσουν μυστικό. Η ελληνική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, σε μια περίοδο όπου οι πολίτες μετακινούνταν μαζικά προς την περιφέρεια για τον εορτασμό του Πάσχα. «Μεγάλη Πέμπτη και Πρωτομαγιά συνέπεσαν χρονικά, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη κινητικότητα πληθυσμού, ενώ την ίδια ώρα ο Δημόκριτος κατέγραφε ανησυχητικές μετρήσεις», αναφέρει.
Η αβεβαιότητα και η έλλειψη άμεσης ενημέρωσης οδήγησαν σε εκτεταμένο πανικό. «Ξεκίνησαν φήμες για το νερό, ο κόσμος έτρεχε στα σούπερ μάρκετ, υπήρξε μια κατάσταση που σήμερα θα τη λέγαμε μαζική διάδοση fake news», επισημαίνει. Οι αρχές εξέδιδαν συστάσεις για αποφυγή κατανάλωσης νωπών προϊόντων, εντείνοντας την ανησυχία.
Οι περιοχές που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν η Δυτική Θεσσαλία και η Δυτική Μακεδονία, κυρίως λόγω βροχοπτώσεων που μετέφεραν ραδιενεργά σωματίδια στο έδαφος. Ωστόσο, όπως τονίζει, το μεγαλύτερο αποτύπωμα της κρίσης ήταν ψυχολογικό: «Το Τσέρνομπιλ προκάλεσε τρόμο στην ελληνική κοινωνία. Μετά το Πάσχα του ’86, οι Έλληνες άρχισαν να σκέφτονται ακόμη και τη Χιροσίμα».
Σε διεθνές επίπεδο, η καταστροφή αποτέλεσε καταλύτη για την ενίσχυση του αντιπυρηνικού κινήματος. «Στην Ευρώπη γεννήθηκε ένα ισχυρό ρεύμα κατά της πυρηνικής ενέργειας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το δημοψήφισμα στη Σουηδία και τη σαφή αντιπυρηνική θέση του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου», αναφέρει.
Παράλληλα, ο συγγραφέας ανατρέχει στην ιστορία της ελληνικής σχέσης με την πυρηνική ενέργεια. «Η ΔΕΗ παρακολουθούσε το θέμα ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ενώ ο Δημόκριτος είχε ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις την εποχή της βασίλισσας Φρειδερίκης». Όπως σημειώνει, η πολιτική αστάθεια επηρέασε την πορεία του ελληνικού πυρηνικού προγράμματος, ενώ κατά τη διάρκεια της χούντας εξετάστηκαν ακόμη και ανταλλαγές προϊόντων, όπως καπνός, με πυρηνική τεχνολογία.
Στη μεταπολίτευση, υπήρξαν σοβαρές διερευνήσεις για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας. «Ο Καραμανλής το εξέτασε σοβαρά, ενώ η κυβέρνηση Ράλλη είχε φτάσει στο σημείο να ενδιαφέρεται για αγορά πυρηνικού αντιδραστήρα ακόμη και από τη Σοβιετική Ένωση», επισημαίνει.
Μετά το Τσέρνομπιλ, ωστόσο, η Ελλάδα στράφηκε σε εναλλακτικές λύσεις. «Υιοθετήθηκε το φυσικό αέριο ως καύσιμο μετάβασης, απομακρύνοντας ουσιαστικά τη χώρα από την πυρηνική επιλογή», τονίζει. Το ζήτημα παρέμεινε ευαίσθητο για δεκαετίες, με χαρακτηριστική περίπτωση το 2005, όταν αντιδράσεις προκλήθηκαν ακόμη και από σχετική αναφορά διοικητή της ΔΕΗ.
Σήμερα, η συζήτηση επανέρχεται στο προσκήνιο, με αφορμή την ενεργειακή κρίση και τις νέες τεχνολογίες. «Το ενδιαφέρον της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τους αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες δείχνει ότι το θέμα επανέρχεται, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες διερευνούν εκ νέου τη χρήση πυρηνικής ενέργειας», σημειώνει. Υπογραμμίζει πάντως ότι το ταμπού γύρω από την πυρηνική ενέργεια δεν έχει εξαφανιστεί: «Σήμερα περισσότεροι συζητούν το θέμα, αλλά ο φόβος που γεννήθηκε το 1986 δεν έχει φύγει ποτέ».











